Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precession
01
προχώρηση, αλλαγή στον προσανατολισμό ενός περιστρεφόμενου σώματος σε σχέση με τον άξονα περιστροφής του
the change in orientation of a rotating body with respect to its rotational axis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precessions
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
precession
cession



























