precession
Pronunciation
/pɹiˈsɛʃən/

Ορισμός και σημασία του "precession"στα αγγλικά

01

προχώρηση, αλλαγή στον προσανατολισμό ενός περιστρεφόμενου σώματος σε σχέση με τον άξονα περιστροφής του

the change in orientation of a rotating body with respect to its rotational axis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store