precession
pre
pri:
πρι
ce
sɛ
σε
ssion
ʃən
σαν
processionprecisionprofessionpreclusion

Ορισμός και σημασία του "precession"στα αγγλικά

01

προχώρηση, αλλαγή στον προσανατολισμό ενός περιστρεφόμενου σώματος σε σχέση με τον άξονα περιστροφής του

the change in orientation of a rotating body with respect to its rotational axis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precessions

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

precession
cession
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store