Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precedence
01
προτεραιότητα, προηγούμενο
the established ranking or priority given to something based on its perceived significance or urgency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
During negotiations, finding a fair solution took precedence over personal interests.
Κατά τις διαπραγματεύσεις, η εύρεση μιας δίκαιης λύσης είχε προτεραιότητα έναντι των προσωπικών συμφερόντων.
02
προτεραιότητα, προηγούμενο
the act of preceding in time or order or rank (as in a ceremony)
03
προτεραιότητα, προηγούμενο
preceding in time
Λεξικό Δέντρο
precedency
precedence
precede
cede



























