Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
precariously
01
αβέβαια, ασταθώς
in a way that is uncertain, insecure, or lacking stability
Παραδείγματα
The child stood precariously on the wobbly chair, attempting to reach a high shelf.
Το παιδί στεκόταν ασταθώς στην κουνιστή καρέκλα, προσπαθώντας να φτάσει ένα ψηλό ράφι.
Λεξικό Δέντρο
precariously
precarious



























