bald
bald
bɔ:ld
bawld
boiledbold

Ορισμός και σημασία του "bald"στα αγγλικά

01

φαλακρός, αδιάντροπος

having little or no hair on the head 
bald definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
baldest
συγκριτικός βαθμός
balder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He used a special shampoo to try to prevent becoming completely bald. 

Χρησιμοποίησε ένα ειδικό σαμπουάν για να προσπαθήσει να αποφύγει να γίνει εντελώς φαλακρός.

02

γυμνός, απροκάλυπτος

with no effort to conceal 
03

φαλακρός, γδαρμένος

without the natural or usual covering 
to bald
01

φαλακρώνω, χάνω τα μαλλιά μου

grow bald; lose hair on one's head 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bald
γ΄ ενικό πρόσωπο
balds
ενεστώτα μετοχή
balding
απλός αόριστος
balded
παθητική μετοχή
balded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store