Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bald
01
φαλακρός, αδιάντροπος
having little or no hair on the head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
baldest
συγκριτικός βαθμός
balder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The older gentleman had a neat and tidy bald head, which suited him well.
Ο ηλικιωμένος κύριος είχε ένα τακτοποιημένο και καθαρό φαλακρό κεφάλι, που του πήγαινε πολύ καλά.
02
γυμνός, απροκάλυπτος
with no effort to conceal
03
φαλακρός, γδαρμένος
without the natural or usual covering
to bald
01
φαλακρώνω, χάνω τα μαλλιά μου
grow bald; lose hair on one's head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bald
γ΄ ενικό πρόσωπο
balds
ενεστώτα μετοχή
balding
απλός αόριστος
balded
παθητική μετοχή
balded
Λεξικό Δέντρο
baldly
baldness
bald



























