practicality
prac
ˌpræk
prāk
ti
ti
ca
ˈkæ
li
ty
ti
ti
practicability

Ορισμός και σημασία του "practicality"στα αγγλικά

01

πρακτικότητα, χρησιμότητα

the quality of being realistic and practical rather than ideal or theoretical 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The design's practicality was more important than its aesthetic appeal. 

Η πρακτικότητα του σχεδίου ήταν πιο σημαντική από την αισθητική του έκφραση.

02

πρακτικότητα, χρησιμότητα

the quality that makes something suitable or likely to succeed 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impracticality
practicality
practical
practice
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store