Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poverty-stricken
01
φτωχός, καταπονημένος από τη φτώχεια
suffering from extreme deprivation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poverty-stricken
συγκριτικός βαθμός
more poverty-stricken
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The poverty-stricken village struggled with limited access to clean water.
Το χωριό πληγμένο από τη φτώχεια αγωνιζόταν με περιορισμένη πρόσβαση σε καθαρό νερό.



























