poverty
po
ˈpɒ
po
ver
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "poverty"στα αγγλικά

01

φτώχεια

the condition of lacking enough money or income to afford basic needs like food, clothing, etc. 
poverty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many families in the area live in poverty and struggle to access basic services. 

Πολλές οικογένειες στην περιοχή ζουν σε φτώχεια και αγωνίζονται να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store