Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pound-foolish
01
ανόητος στην αντιμετώπιση μεγάλων ποσών, απερίσκεπτος με μεγάλα ποσά
unwise in dealing with large sums
Παραδείγματα
l'd been pound foolish.
Ήμουν pound-foolish (ανόητος στην αντιμετώπιση μεγάλων ποσών).



























