Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pound-foolish
01
ανόητος στην αντιμετώπιση μεγάλων ποσών, απερίσκεπτος με μεγάλα ποσά
unwise in dealing with large sums
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pound-foolish
συγκριτικός βαθμός
more pound-foolish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
l'd been pound foolish.
Ήμουν pound-foolish (ανόητος στην αντιμετώπιση μεγάλων ποσών).



























