Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pouch
01
θύλακας, μαρσύπιο
a pocket-like structure that female marsupials, such as kangaroos, use to carry their young with them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pouches
02
σακούλα, τσάντα
a small bag or sack, often made of soft material, that is used to carry or store small items or objects
03
τσάντα, σακούλα
an enclosed space
to pouch
01
φουσκώνω, προεξέχω
swell or protrude outwards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
pouches
ενεστώτα μετοχή
pouching
απλός αόριστος
pouched
παθητική μετοχή
pouched
02
βάζω σε μια μικρή τσάντα, συσκευάζω
put into a small bag
03
αποστέλλω με διπλωματικό ταχυδρομείο, στέλνω μέσω διπλωματικών καναλιών
send by special mail that goes through diplomatic channels
Λεξικό Δέντρο
pouchlike
pouch



























