potion
po
ˈpəʊ
pew
tion
ʃən
shēn
portionpotation

Ορισμός και σημασία του "potion"στα αγγλικά

01

φίλτρο, ελιξήριο

a liquid mixture with healing, magical, or poisonous effects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potions
Παραδείγματα
The wizard handed her a glowing potion to restore her strength after the battle. 

Ο μάγος της έδωσε ένα λαμπερό φίλτρο για να αποκαταστήσει τη δύναμή της μετά τη μάχη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store