Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Potbelly
01
κοιλιά, παντζάρι
a large, rounded stomach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potbellies
Παραδείγματα
His potbelly was noticeable even under his loose shirt.
Η κοιλιά του ήταν αισθητή ακόμα και κάτω από το φαρδύ του πουκάμισο.
02
στρογγυλή σόμπα ξύλου με φουσκωτή μέση, σόμπα κοιλιά
a round stove with a bulging middle that burns wood to heat a room
Παραδείγματα
The old farm had a potbelly in the kitchen, perfect for cooking and heating.
Το παλιό αγρόκτημα είχε μια ξυλόσομπα στην κουζίνα, ιδανική για μαγείρεμα και θέρμανση.



























