Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to postulate
01
υποθέτω, προϋποθέτω
to suggest or assume the existence or truth of something as a basis for reasoning, discussion, or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
postulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
postulates
ενεστώτα μετοχή
postulating
απλός αόριστος
postulated
παθητική μετοχή
postulated
Παραδείγματα
Philosophers often postulate hypothetical scenarios to explore the limits of moral reasoning.
Οι φιλόσοφοι συχνά υποθέτουν υποθετικά σενάρια για να εξερευνήσουν τα όρια της ηθικής συλλογιστικής.
02
προτείνω, υποβάλλω υποψηφιότητα
to formally nominate or propose someone for an ecclesiastical office, subject to approval by a higher authority
Παραδείγματα
The chapter postulated the senior priest for the bishopric.
Το κεφάλαιο προσέφερε τον ανώτερο ιερέα για την επισκοπή.
03
αξιώνω, διεκδικώ
to demand or claim as a fundamental or basic principle
Παραδείγματα
The political activist postulated the need for sweeping policy changes to address social inequalities.
Ο πολιτικός ακτιβιστής υποστήριξε την ανάγκη για ριζικές αλλαγές στην πολιτική για την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Postulate
01
αξίωμα, υπόθεση
a proposition assumed to be true as a basis for reasoning or argument, especially in logic or mathematics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
postulates
Παραδείγματα
Euclid's postulates form the foundation of his geometric proofs.
Τα αξιώματα του Ευκλείδη αποτελούν τη βάση των γεωμετρικών αποδείξεών του.
Λεξικό Δέντρο
postulation
postulator
postulate
postul



























