to postulate
Pronunciation
/ˈpɑstʃəˌɫeɪt/, /ˈpɑstʃəɫət/

Ορισμός και σημασία του "postulate"στα αγγλικά

to postulate
01

υποθέτω, προϋποθέτω

to suggest or assume the existence or truth of something as a basis for reasoning, discussion, or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
postulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
postulates
ενεστώτα μετοχή
postulating
απλός αόριστος
postulated
παθητική μετοχή
postulated
Παραδείγματα
The philosopher postulated the concept of innate human rights as a foundation for ethical principles.
Ο φιλόσοφος υπέθεσε την έννοια των εγγενών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως βάση για ηθικές αρχές.
02

προτείνω, υποβάλλω υποψηφιότητα

to formally nominate or propose someone for an ecclesiastical office, subject to approval by a higher authority
Παραδείγματα
The synod postulated him to the episcopal office following a unanimous vote.
Η Σύνοδος τον προσέφερε για την επισκοπική θέση μετά από ομόφωνη ψηφοφορία.
03

αξιώνω, διεκδικώ

to demand or claim as a fundamental or basic principle
Παραδείγματα
The business leader postulated the adoption of innovative technologies to stay competitive in the market.
Ο επιχειρηματικός ηγέτης υποστήριξε την υιοθέτηση καινοτόμων τεχνολογιών για να παραμείνει ανταγωνιστικός στην αγορά.
01

αξίωμα, υπόθεση

a proposition assumed to be true as a basis for reasoning or argument, especially in logic or mathematics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
postulates
Παραδείγματα
In economics, postulates about rational behavior guide model construction.
Στα οικονομικά, τα αξιώματα για την ορθολογική συμπεριφορά καθοδηγούν την κατασκευή των μοντέλων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store