Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to postpone
01
αναβάλλω, καθυστερώ
to arrange or put off an activity or an event for a later time than its original schedule
Transitive: to postpone an activity or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
postpone
γ΄ ενικό πρόσωπο
postpones
ενεστώτα μετοχή
postponing
απλός αόριστος
postponed
παθητική μετοχή
postponed
Παραδείγματα
I will postpone my dentist appointment until after my vacation.
Θα αναβάλλω το ραντεβού μου με τον οδοντίατρο μέχρι μετά τις διακοπές μου.
Λεξικό Δέντρο
postponement
postponer
postpone



























