Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to postpone
01
αναβάλλω, καθυστερώ
to arrange or put off an activity or an event for a later time than its original schedule
Transitive: to postpone an activity or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
postpone
γ΄ ενικό πρόσωπο
postpones
ενεστώτα μετοχή
postponing
απλός αόριστος
postponed
παθητική μετοχή
postponed
Παραδείγματα
They postponed the meeting until next week due to scheduling conflicts.
Αναβάλλουν τη συνάντηση για την επόμενη εβδομάδα λόγω συγκρούσεων προγραμματισμού.
Λεξικό Δέντρο
postponement
postponer
postpone



























