postoperative
post
pəʊst
πεουστ
o
ˈɒ
ο
pe
πα
ra
ρα
tive
tɪv
τιβ
preoperative

Ορισμός και σημασία του "postoperative"στα αγγλικά

postoperative
01

μετεγχειρητικός

relating to a period of time after a surgical operation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, surgery, time

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

postoperative
operative
operate
oper
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store