baked
baked
beɪkt
beikt
baredbasedbackedbated

Ορισμός και σημασία του "baked"στα αγγλικά

01

ψημένος, φουρνιστός

cooked with dry heat, particularly in an oven 
baked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most baked
συγκριτικός βαθμός
more baked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The baked lasagna was layered with pasta, sauce, and cheese, creating a deliciously melty dish. 

Η ψητή λαζάνια ήταν στρωμένη με ζυμαρικά, σάλτσα και τυρί, δημιουργώντας ένα πιάτο υπέροχα λιωμένο.

02

στουκωμένος, μπαφιάρης

heavily intoxicated, typically from marijuana 
αργκό
Παραδείγματα
He was totally baked after smoking a joint. 

Ήταν τελείως μαστουρωμένος αφού κάπνισε ένα τσιγαριλίκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store