Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
positional
01
θεσικός, σχετικός με τη θέση
relating to or characterized by position or placement, particularly in a physical or spatial sense
Παραδείγματα
Proper ergonomic design considers the positional comfort of users to minimize strain and fatigue.
Ο σωστός εργονομικός σχεδιασμός λαμβάνει υπόψη την θεσική άνεση των χρηστών για να ελαχιστοποιήσει την καταπόνηση και την κόπωση.
Λεξικό Δέντρο
prepositional
positional
position
posit



























