Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
positional
01
θεσικός, σχετικός με τη θέση
relating to or characterized by position or placement, particularly in a physical or spatial sense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The positional relationship between the sun and the planets determines their orbits in the solar system.
Η θεσική σχέση μεταξύ του ήλιου και των πλανητών καθορίζει τις τροχιές τους στο ηλιακό σύστημα.
Λεξικό Δέντρο
prepositional
positional
position
posit



























