portraiture
port
ˈpɔ:t
pawt
rai
ri
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "portraiture"στα αγγλικά

01

πορτραίτο, τέχνη του πορτραίτου

the art or act of making portraits of people 
portraiture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The gallery featured a collection of modern portraiture. 

Η γκαλερί παρουσίασε μια συλλογή σύγχρονης πορτρέτο.

02

πορτραίτο, φυσική και ηθική περιγραφή

a word picture of a person's appearance and character 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store