Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bailey bridge
01
γέφυρα Μπέιλι, προσωρινή γέφυρα Μπέιλι
a portable truss bridge that can be quickly assembled and disassembled for temporary use in military or civilian applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Bailey bridges



























