portico
Pronunciation
/ˈpɔɹtəˌkoʊ/

Ορισμός και σημασία του "portico"στα αγγλικά

01

πορτικό, στοά

a covered entrance or porch with columns, typically leading to the main entrance of a building and serving as a decorative architectural feature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
porticoes
Παραδείγματα
The church 's portico served as a gathering place for parishioners before and after services, fostering a sense of community.
Ο πортиκός της εκκλησίας χρησίμευε ως τόπος συγκέντρωσης για τους ενορίτες πριν και μετά τις λειτουργίες, ενισχύοντας την αίσθηση της κοινότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store