Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Porter
01
αχθοφόρος
someone whose job is carrying people's baggage, particularly at airports, hotels, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
porters
Παραδείγματα
The porter at the hotel greeted us warmly and offered to help with our luggage.
Ο πορτιέρης του ξενοδοχείου μας καλωσόρισε θερμά και προσφέρθηκε να μας βοηθήσει με τις αποσκευές μας.
02
θυρωρός, πυλωρός
someone who guards or attends to the entrance of a building
Παραδείγματα
The office porter checked IDs at the entrance.
Ο θυρωρός του γραφείου έλεγχε τις ταυτότητες στην είσοδο.
03
porter, porter
a dark, sweet ale made from roasted barley
Παραδείγματα
The porter controlled access to the secure area.
Ο πόρτερ έλεγχε την πρόσβαση στην ασφαλή περιοχή.
04
αγωγός, ελεγκτής
a railroad employee responsible for assisting passengers and attending to their needs, particularly in sleeping or long-distance cars
Παραδείγματα
a railroad employee who assists passengers, especially on sleeping cars
πορτιέρης είναι ένας σιδηροδρομικός υπάλληλος που βοηθά τους επιβάτες, ειδικά στα υπνοδωμάτια.
to porter
01
μεταφέρω
to carry luggage or supplies, typically as part of a job or service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
porter
γ΄ ενικό πρόσωπο
porters
ενεστώτα μετοχή
portering
απλός αόριστος
portered
παθητική μετοχή
portered
Παραδείγματα
The hikers had to porter their backpacks filled with camping gear up the steep mountain trail.
Οι πεζοπόροι έπρεπε να μεταφέρουν τις σακίδιες τους γεμάτες με εργαλεία κατασκήνωσης στον απόκρημνο βουνίσιο μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
porterage
porter
port



























