populist
Pronunciation
/ˈpɑpjəɫəst/

Ορισμός και σημασία του "populist"στα αγγλικά

01

λαϊκιστής, δημαγωγός

someone who advocates the rights of the common people over those of the elite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
populists
01

λαϊκιστικός

relating to or characterized by the support for the concerns, interests, and rights of the general population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Populist movements have emerged in response to economic hardship and perceived political corruption.
Λαϊκιστικά κινήματα έχουν προκύψει ως απάντηση στις οικονομικές δυσκολίες και την αντιληπτή πολιτική διαφθορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store