populous
po
ˈpɒ
πο
pu
pjʊ
πγου
lous
ləs
λασ
populus

Ορισμός και σημασία του "populous"στα αγγλικά

01

πυκνοκατοικημένος, πληθυσμιακός

having a large number of inhabitants relative to its size or area 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most populous
συγκριτικός βαθμός
more populous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
demographics, geography, society
Παραδείγματα
Tokyo is one of the most populous cities in the world, housing over 30 million people. 

Το Τόκιο είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις του κόσμου, φιλοξενώντας πάνω από 30 εκατομμύρια ανθρώπους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store