Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Popularity
01
δημοτικότητα, φήμη
the state or condition of being liked, admired, or supported by many people
Παραδείγματα
She has the popularity of a true leader, respected by both peers and subordinates.
Έχει τη δημοτικότητα ενός αληθινού ηγέτη, σεβαστή τόσο από τους ομοτίμους όσο και από τους υφισταμένους.
Λεξικό Δέντρο
unpopularity
popularity
popular



























