Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Popularity
01
δημοτικότητα, φήμη
the state or condition of being liked, admired, or supported by many people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Social media platforms play a significant role in the popularity of trends.
Οι πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημοτικότητα των τάσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unpopularity
popularity
popular



























