Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Populace
01
πληθυσμός, λαός
the collective body or masses of people inhabiting a particular locality or jurisdiction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Dissatisfaction with rising prices was growing among the populace.
Η δυσαρέσκεια για τις αυξανόμενες τιμές αυξανόταν μεταξύ του λαού.



























