populace
Pronunciation
/ˈpɑpjəɫəs/

Ορισμός και σημασία του "populace"στα αγγλικά

01

πληθυσμός, λαός

the collective body or masses of people inhabiting a particular locality or jurisdiction
populace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The movement sought to raise awareness of key issues facing the city 's populace.
Το κίνημα επιδίωξε να αυξήσει την ευαισθητοποίηση για τα βασικά ζητήματα που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store