popcorn
pop
pɒp
ποπ
corn
kɔ:n
κον

Ορισμός και σημασία του "popcorn"στα αγγλικά

01

ποπκόρν, αραβόσιτος

a type of snack made from a type of corn kernel that expands and puffs up when heated 
popcorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The movie theater was filled with the savory aroma of freshly popped popcorn as patrons lined up at the concession stand. 

Ο κινηματογράφος ήταν γεμάτος με την αλμυρή μυρωδιά του φρεσκοσκαμένου ποπκόρν καθώς οι θεατές σχημάτιζαν ουρά στο περίπτερο παραχωρήσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

popcorn

pop

+

corn

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store