to pop off
pop
pɒp
pop
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "pop off"στα αγγλικά

to pop off
01

αποβιώνω, πεθαίνω

pass from physical life and lose all bodily attributes and functions necessary to sustain life 
to pop off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops off
ενεστώτα μετοχή
popping off
απλός αόριστος
popped off
παθητική μετοχή
popped off
02

φεύγω γρήγορα, ξεφεύγω

leave quickly 
03

εκρήγνυμαι, ξεκινάω να φωνάζω

to suddenly start expressing anger, ranting, or confronting someone verbally or physically 
αργκό
Παραδείγματα
He popped off after being disrespected. 

Εξερράγη αφού του φέρθηκαν με ασέβεια.

04

ακτινοβολώ, διακρίνομαι

to perform exceptionally well, especially in a game, performance, or activity 
αργκό
Παραδείγματα
Pop off, queen! You nailed that dance routine. 

Pop off, βασίλισσα! Τα κατάφερες τέλεια σε αυτή τη χορευτική ρουτίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store