poor-spirited
poor
pʊə
pue
spi
spɪ
spi
ri
ri
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "poor-spirited"στα αγγλικά

poor-spirited
01

άτολμος, δειλός

exhibiting a lack of bravery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poor-spirited
συγκριτικός βαθμός
more poor-spirited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, courage
Παραδείγματα
His poor-spirited reaction to the tough challenge was evident in his hesitance. 

Η δειλή του αντίδραση στην δύσκολη πρόκληση ήταν εμφανής στην διστακτικότητά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store