Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ponderous
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ponderous
συγκριτικός βαθμός
more ponderous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ponderous sofa wouldn't fit through the narrow hallway.
Ο βαρύς καναπές δεν χωρούσε στο στενό διάδρομο.
02
βαρύς, βαρύβαρης
of great physical weight
Παραδείγματα
The ponderous safe required a forklift to move.
Το βαρύ χρηματοκιβώτιο απαιτούσε ένα ανυψωτικό για να μετακινηθεί.
03
βαρετός, βαρύς
possessing the quality of being very boring, slow, and serious, particularly used for speeches and writings
αποδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
The professor's ponderous lecture made it hard for students to stay awake.
Η βαρετή διάλεξη του καθηγητή έκανε δύσκολο για τους φοιτητές να παραμείνουν ξύπνιοι.
Λεξικό Δέντρο
ponderously
ponderousness
ponderous
ponder



























