Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pond
01
λιμνούλα, δεξαμενή
an area containing still water that is comparatively smaller than a lake, particularly one that is made artificially
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ponds
Παραδείγματα
The tranquil pond reflected the colors of the surrounding trees and sky, creating a picturesque scene.
Η ήρεμη λιμνούλα αντανακλούσε τα χρώματα των γύρω δέντρων και του ουρανού, δημιουργώντας μια γραφική σκηνή.



























