Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baggy
01
φαρδύς, χαλαρός
(of clothes) loose and not fitting the body tightly
Παραδείγματα
Baggy pants were all the rage in the ' 90s hip-hop scene.
Τα φαρδιά παντελόνια ήταν πολύ δημοφιλή στη σκηνή hip-hop της δεκαετίας του '90.
Baggy
01
ένα σακουλάκι, μία τσάντα
a bag filled with marijuana, often a small zip‑lock or plastic bag
Παραδείγματα
They split the baggy into smaller portions for everyone.
Χώρισαν το σακουλάκι σε μικρότερες μερίδες για όλους.
Λεξικό Δέντρο
baggy
bag



























