Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baggy
01
φαρδύς, χαλαρός
(of clothes) loose and not fitting the body tightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
baggiest
συγκριτικός βαθμός
baggier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She preferred wearing baggy jeans for comfort during long flights.
Προτιμούσε να φοράει φαρδιά τζιν για άνεση κατά τη διάρκεια μακρών πτήσεων.
Baggy
01
ένα σακουλάκι, μία τσάντα
a bag filled with marijuana, often a small zip‑lock or plastic bag
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baggies
Παραδείγματα
He bought a baggy from his friend before heading to the party.
Αγόρασε ένα μπάγκι από τον φίλο του πριν πάει στο πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
baggy
bag



























