Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pomade
01
πομάδα, αρωματικό λάδι μαλλιών
a liquid or oil used in the past to give a nice smell and glossy look to the hair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pomades
to pomade
01
εφαρμόζω πομάδα, αλείφω με πομάδα
to apply a scented oil to hair to make it shiny
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pomade
γ΄ ενικό πρόσωπο
pomades
ενεστώτα μετοχή
pomading
απλός αόριστος
pomaded
παθητική μετοχή
pomaded



























