pomade
Pronunciation
/pˈɑːmeɪd/

Ορισμός και σημασία του "pomade"στα αγγλικά

01

πομάδα, αρωματικό λάδι μαλλιών

a liquid or oil used in the past to give a nice smell and glossy look to the hair
pomade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pomades
to pomade
01

εφαρμόζω πομάδα, αλείφω με πομάδα

to apply a scented oil to hair to make it shiny
to pomade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pomade
γ΄ ενικό πρόσωπο
pomades
ενεστώτα μετοχή
pomading
απλός αόριστος
pomaded
παθητική μετοχή
pomaded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store