polymath
Pronunciation
/pˈɑːlɪmˌæθ/

Ορισμός και σημασία του "polymath"στα αγγλικά

01

πολυμαθής, λόγιος

a person who possesses a wide range of knowledge and expertise across various disciplines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polymaths
Παραδείγματα
Today, the term polymath is used to describe individuals who demonstrate exceptional versatility and mastery in numerous domains.
Σήμερα, ο όρος πολυμαθής χρησιμοποιείται για να περιγράψει άτομα που επιδεικνύουν εξαιρετική ευελιξία και κυριαρχία σε πολλούς τομείς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store