polygyny
po
πα
ly
ˈlɪ
λι
gy
ʤə
τζα
ny
ni
νι
/pˌɒlɪdʒˈɪni/

Ορισμός και σημασία του "polygyny"στα αγγλικά

01

πολυγυνία, γάμος πολυγυνικός

a form of marriage in which a man has more than one wife at the same time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Polygyny has been observed in various cultures throughout history, often influenced by social, economic, or religious factors.
Η πολυγυνία έχει παρατηρηθεί σε διάφορες πολιτισμούς κατά τη διάρκεια της ιστορίας, συχνά επηρεαζόμενη από κοινωνικούς, οικονομικούς ή θρησκευτικούς παράγοντες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store