Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to baffle
01
μπερδεύω, σαστίζω
to confuse someone by making something difficult to understand or explain
Transitive: to baffle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
baffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
baffles
ενεστώτα μετοχή
baffling
απλός αόριστος
baffled
παθητική μετοχή
baffled
Παραδείγματα
The complex instructions on the assembly manual baffled the new employees.
Οι πολύπλοκες οδηγίες στο εγχειρίδιο συναρμολόγησης μπέρδεψαν τους νέους υπαλλήλους.
02
εκτρέπω, κατευθύνω
to control or direct the flow of a fluid, sound, or similar substance in a particular way
Transitive: to baffle a liquid, sound, or air
Παραδείγματα
The engineer used a valve to baffle the flow of water through the pipes.
Ο μηχανικός χρησιμοποίησε μια βαλβίδα για να κατευθύνει τη ροή του νερού μέσω των σωλήνων.
03
ματαιώνω, ανατρέπω
to prevent someone from achieving their goal or to disrupt their plans
Transitive: to baffle a plan or attempt
Παραδείγματα
The unexpected storm baffled our plans for the outdoor event.
Η απρόσμενη καταιγίδα απέτρεψε τα σχέδιά μας για την εκδήλωση σε εξωτερικό χώρο.
Baffle
01
αναχαιτιστής, baffle
a flat plate that controls or directs the flow of fluid or energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baffles
Λεξικό Δέντρο
baffled
bafflement
baffling
baffle



























