baffle
ba
ˈbæ
μπαι
ffle
fəl
φαλ
/bˈæfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "baffle"στα αγγλικά

to baffle
01

μπερδεύω, σαστίζω

to confuse someone by making something difficult to understand or explain
Transitive: to baffle sb
to baffle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
baffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
baffles
ενεστώτα μετοχή
baffling
απλός αόριστος
baffled
παθητική μετοχή
baffled
Παραδείγματα
The cryptic message left by the suspect baffled the detectives.
Το αινιγματικό μήνυμα που άφησε ο ύποπτος μπέρδεψε τους ντετέκτιβ.
02

εκτρέπω, κατευθύνω

to control or direct the flow of a fluid, sound, or similar substance in a particular way
Transitive: to baffle a liquid, sound, or air
Παραδείγματα
The dam baffled the river ’s flow, controlling the water levels during the storm.
Το φράγμα απέτρεψε τη ροή του ποταμού, ελέγχοντας τα επίπεδα του νερού κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
03

ματαιώνω, ανατρέπω

to prevent someone from achieving their goal or to disrupt their plans
Transitive: to baffle a plan or attempt
Παραδείγματα
The confusing instructions baffled his attempt to assemble the furniture.
Οι μπερδεμένες οδηγίες μπέρδεψαν την προσπάθειά του να συναρμολογήσει τα έπιπλα.
01

αναχαιτιστής, baffle

a flat plate that controls or directs the flow of fluid or energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baffles

Λεξικό Δέντρο

baffled
bafflement
baffling
baffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store