polyandry
po
ˈpɒ
po
lyand
ˌliænd
liānd
ry
ri
ri
polyamory

Ορισμός και σημασία του "polyandry"στα αγγλικά

01

πολυανδρία, πολυγαμία

a form of marriage in which a woman has more than one husband at the same time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polyandries
Παραδείγματα
The anthropologist studied a community where polyandry was accepted as a traditional and normative marital arrangement. 

Ο ανθρωπολόγος μελέτησε μια κοινότητα όπου η πολυανδρία γινόταν αποδεκτή ως μια παραδοσιακή και κανονιστική συζυγική διάταξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store