poly-
po
ˈpɒ
πο
ly
li
λι
balidalifollygolly

Ορισμός και σημασία του "poly"στα αγγλικά

01

πολυ, πολλαπλ

used to refer to multiple or various aspects or instances of a particular thing 
Παραδείγματα
The word "polyglot" refers to a person who speaks multiple languages. 

Η λέξη "πολύγλωσσος" αναφέρεται σε ένα άτομο που μιλά πολλές γλώσσες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store