Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pollex
01
αντίχειρας, πόλλεξ
the thick short innermost digit of the forelimb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pollices
LanGeek



























