Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pollenate
01
γονιμοποιώ με γύρη, γονιμοποιώ με μεταφορά γύρης
fertilize by transfering pollen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pollenate
γ΄ ενικό πρόσωπο
pollenates
ενεστώτα μετοχή
pollenating
απλός αόριστος
pollenated
παθητική μετοχή
pollenated
Λεξικό Δέντρο
pollenation
pollenate
pollen



























