Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Badger
01
ασβός, ζώο της οικογένειας των νυφιτσών
a nocturnal animal belonging to the weasel family with short legs and gray fur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
badgers
Παραδείγματα
European badgers are common in woodlands and rural areas throughout Europe, recognized by their black and white facial markings.
Οι ευρωπαϊκοί ασβοί είναι κοινoί σε δάση και αγροτικές περιοχές σε όλη την Ευρώπη, αναγνωρίσιμοι από τα μαύρα και άσπρα σημάδια στο πρόσωπό τους.
02
ένας Μπάτζερ, ένας Μπάτζερ
a person who is a native or long-term resident of Wisconsin, USA
Παραδείγματα
He's a true Badger, born and raised in Madison.
Είναι ένας αληθινός Badger, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Μάντισον.
to badger
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to repeatedly annoy or harass someone with requests or questions
Transitive: to badger sb | to badger sb into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
badger
γ΄ ενικό πρόσωπο
badgers
ενεστώτα μετοχή
badgering
απλός αόριστος
badgered
παθητική μετοχή
badgered
Παραδείγματα
The reporters badgered the celebrity with endless questions as he tried to leave the event.
Οι δημοσιογράφοι ενοχλούσαν τη διασημότητα με ατελείωτες ερωτήσεις καθώς προσπαθούσε να φύγει από την εκδήλωση.
Λεξικό Δέντρο
badger
badge



























