Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Badger
01
ασβός, ζώο της οικογένειας των νυφιτσών
a nocturnal animal belonging to the weasel family with short legs and gray fur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
badgers
Παραδείγματα
Badgers are known for their distinctive musky odor, which they use for communication and marking territory.
Οι ασβοί είναι γνωστοί για τη διακριτική μοσχομυρωδιά τους, την οποία χρησιμοποιούν για επικοινωνία και σήμανση επικράτειας.
02
ένας Μπάτζερ, ένας Μπάτζερ
a person who is a native or long-term resident of Wisconsin, USA
Παραδείγματα
She 's a lifelong Badger and knows the area well.
Είναι μια Badger για όλη τη ζωή και γνωρίζει καλά την περιοχή.
to badger
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to repeatedly annoy or harass someone with requests or questions
Transitive: to badger sb | to badger sb into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
badger
γ΄ ενικό πρόσωπο
badgers
ενεστώτα μετοχή
badgering
απλός αόριστος
badgered
παθητική μετοχή
badgered
Παραδείγματα
She was badgered into agreeing to the meeting, despite her initial reluctance.
Την παρενοχλούσαν να συμφωνήσει στη συνάντηση, παρά την αρχική της απροθυμία.
Λεξικό Δέντρο
badger
badge



























