bad-tempered
bad
bæd
μπαιντ
tem
tɛm
τεμ
pered
pəd
παντ

Ορισμός και σημασία του "bad-tempered"στα αγγλικά

bad-tempered
01

κακότροπος, ευερέθιστος

easily annoyed and quick to anger 
bad-tempered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bad-tempered
συγκριτικός βαθμός
more bad-tempered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, emotion
Παραδείγματα
He was known for his bad-tempered demeanor, often snapping at those around him. 

Ήταν γνωστός για τη ευερέθιστη συμπεριφορά του, συχνά γκρινιάζοντας σε όσους τον περιέβαλλαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store