to poise
poise
pɔɪz
poyz
posseprise

Ορισμός και σημασία του "poise"στα αγγλικά

to poise
01

παραμένω ακίνητος, βρίσκομαι σε αναστολή

be motionless, in suspension 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
poise
γ΄ ενικό πρόσωπο
poises
ενεστώτα μετοχή
poising
απλός αόριστος
poised
παθητική μετοχή
poised
02

εξισορροπώ, κρεμώ

cause to be balanced or suspended 
03

προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι

prepare (oneself) for something unpleasant or difficult 
04

κρατάω σε ισορροπία, μεταφέρω με ισορροπία

hold or carry in equilibrium 
01

ποάζ, μια μονάδα CGS δυναμικού ιξώδους ίση με ένα dyne-δευτερόλεπτο ανά τετραγωνικό εκατοστό; το ιξώδες ενός ρευστού στο οποίο μια δύναμη ενός dyne ανά τετραγωνικό εκατοστό διατηρεί μια ταχύτητα 1 εκατοστού ανά δευτερόλεπτο

a cgs unit of dynamic viscosity equal to one dyne-second per square centimeter; the viscosity of a fluid in which a force of one dyne per square centimeter maintains a velocity of 1 centimeter per second 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
poises
02

η χάρη, η ψυχραιμία

the quality of having a balanced and composed manner, especially in stressful situations 
Παραδείγματα
The actress displayed poise as she answered questions from the press. 

Η ηθοποιός έδειξε ψυχραιμία απαντώντας σε ερωτήσεις του Τύπου.

03

ισορροπία, ψυχραιμία

the state of being steady while opposite forces are involved 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store