point duty
point
ˈpɔɪnt
poynt
du
dju:
dyoo
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "point duty"στα αγγλικά

01

υπηρεσία κυκλοφορίας, ρύθμιση κυκλοφορίας

the task of directing traffic, usually performed by a police officer or traffic warden at an intersection or congested area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
point duties
Παραδείγματα
The officer was assigned to point duty during rush hour. 

Ο αξιωματικός ανατέθηκε σε καθήκοντα ρύθμισης κυκλοφορίας κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store