Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poached egg
01
αβγό ποσέ
an egg that has been cooked by being gently simmered in water without its shell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
poached eggs



























