Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to poach
01
λαθροθηρεύω, κάνω λαθροθηρία
to illegally hunt, catch, or fish on another person's property or in prohibited areas
Transitive: to poach an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
poach
γ΄ ενικό πρόσωπο
poaches
ενεστώτα μετοχή
poaching
απλός αόριστος
poached
παθητική μετοχή
poached
Παραδείγματα
Rangers caught individuals using prohibited nets to poach crabs in the ecologically sensitive mangrove area.
Οι φύλακες έπιασαν άτομα που χρησιμοποιούσαν απαγορευμένα δίχτυα για λαθροθηρία καβουριών στην οικολογικά ευαίσθητη περιοχή των μαγκροβίων.
02
μαλακώνω σε ζεστό νερό, μαγειρεύω σε υγρό
to cook food, especially fish, in a small amount of boiling water or another liquid
Transitive: to poach food
Παραδείγματα
It 's important not to let the water boil when you poach eggs, to maintain their shape.
Είναι σημαντικό να μην αφήνετε το νερό να βράσει όταν βράζετε τα αυγά, για να διατηρήσετε το σχήμα τους.
Λεξικό Δέντρο
poached
poacher
poaching
poach



























