Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plywood
01
πολυκατασκευή, πίνακας πολυκατασκευής
a strong and versatile engineered wood product made by bonding layers of thin wood veneers together, widely used in construction, furniture, and other applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plywoods
Παραδείγματα
The builder used plywood to create the floorboards for the new house.
Ο κτίστης χρησιμοποίησε πολυστρωματικό ξύλο για να δημιουργήσει τις σανίδες του δαπέδου του νέου σπιτιού.
Λεξικό Δέντρο
plywood
ply
wood



























