plywood
ply
ˈplaɪ
plai
wood
wʊd
vood

Ορισμός και σημασία του "plywood"στα αγγλικά

01

πολυκατασκευή, πίνακας πολυκατασκευής

a strong and versatile engineered wood product made by bonding layers of thin wood veneers together, widely used in construction, furniture, and other applications 
plywood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plywoods
Παραδείγματα
The builder used plywood to create the floorboards for the new house. 

Ο κτίστης χρησιμοποίησε πολυστρωματικό ξύλο για να δημιουργήσει τις σανίδες του δαπέδου του νέου σπιτιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plywood

ply

+

wood

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store